Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ

ΜΕΓΑ ΔΕΙΠΝΟΝ
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ. Λουκ. ιδ΄ 16-24
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς· καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. Καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. Καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.
Καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. Καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί. Καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγ­κασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκός μου. Λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δεί­πνου. πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

1. Χωρὶς καμία ἀναβολή!
Γιὰ μιὰ ἰδιαίτερα τιμητικὴ πρόσκληση μᾶς ὁμιλεῖ τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Πρόσκληση σὲ δεῖπνο ἐπίσημο καὶ μεγαλοπρεπές, τὸ ὁποῖο συμβολίζει τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Κάποιος ἄνθρωπος, εἶπε ὁ Κύριος, «ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς»· ὀργάνωσε μεγάλο βραδινὸ συμπόσιο κι ἔστειλε προσκλήσεις σὲ πολλοὺς γνωστούς του. Ὅταν λοιπὸν ἔφτασε ἡ ὥρα τοῦ δείπνου, ἔστειλε τὸν δοῦλο του νὰ εἰδοποιήσει τοὺς προσκεκλημένους ὅτι εἶναι πλέον ὅλα ἕτοιμα, καὶ καλοῦνται νὰ σπεύσουν νὰ λάβουν τὶς θέσεις τους.
Ὁ δοῦλος δὲν ἔχασε λεπτό. Ἔτρεξε ἀμέσως καὶ βρῆκε τὸν καθένα προσωπικά. Καν­εὶς δὲν ἔπρεπε νὰ χάσει τέτοια εὐκαιρία! Ἀλλά, τί περίεργο πράγμα!... Λὲς καὶ ἦταν συνεννοημένοι, ὅλοι ἀπέρριψαν τὴν πρόσκληση προβάλλοντας διάφορες προφάσεις. Ὁ ἕνας εἶπε ὅτι ἀγόρασε κάποιο χωράφι κι ἦταν τάχα ἀνάγκη νὰ τὸ δεῖ ἐκείνη τὴν ὥρα· ἄλλος ὅτι ἀγόρασε πέντε ζευγάρια βόδια καὶ πήγαινε νὰ τὰ δοκιμάσει· κι ἕνας τρίτος ἀπάν­τησε ὅτι πρόσφατα εἶχε νυμφευτεῖ καὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ ἔρθει.
Ἐπέστρεψε λοιπὸν ὁ δοῦλος καὶ μετέφερε ἀκριβῶς ὅ,τι τοῦ εἶπαν. Ἀγανάκτησε ὁ οἰκοδεσπότης. Τέτοια ἀδιαφορία καὶ περιφρόνηση, λοιπόν!...
Ἄραγε ἦταν τόσο ἐπείγουσες ὅλες αὐτὲς οἱ ἐργασίες; Αὐτὸς ποὺ ἀγόρασε τὸ χωράφι, σίγουρα θὰ τὸ εἶχε ἐπισκεφθεῖ πρὶν τὸ ἀγοράσει. Δὲν μποροῦσε νὰ ἀναβάλει τὴ νέα ἐπίσκεψή του; Κι ἡ δοκιμὴ τῶν βοδιῶν μέσα στὴ νύχτα θὰ γινόταν; Δὲν μποροῦσε ὁ ἀγοραστής τους νὰ πάει στὸ δεῖπνο καὶ τὴν ἄλλη μέρα μὲ ἄνεση νὰ τὰ δοκιμάσει; Ἀλλὰ κι ὁ ἔγγαμος γιατί ἀρνήθηκε τόσο ἀπόλυτα; Μήπως ἐπειδὴ ἔκανε οἰκογένεια, ἐπρόκειτο νὰ σταματήσει κάθε ἄλλη ἐργασία ἢ κοινωνικὴ δραστηριότητα;...
Ἂς μὴ στεκόμαστε ὅμως στὶς δικαιολογίες ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Κύριος εἶπε τὴν Παραβολὴ γιὰ νὰ προσέξει ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς νὰ μὴ χάσει τὴν πρόσκληση γιὰ τὸ Δεῖπνο τῆς οὐράνιας βασιλείας Του. Διότι τὸν Θεὸ συμβολίζει ὁ οἰκοδεσπότης ἐκεῖνος, καὶ οἱ προσκεκλημένοι τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς. Στὸν καθένα μας ἀπευθύνει πρόσκληση ὁ Θεός. Πρόσκληση μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὴ συμμετοχὴ μας κάθε Κυριακὴ στὴ θεία Λειτουργία, μὲ τὴ μελέτη τοῦ θείου λόγου, τὰ ἱερὰ Μυστήρια καὶ μάλιστα τὴν Ἐξομολόγηση καὶ τὴ θεία Κοινωνία. Ἀκόμη καὶ μὲ τὶς ποικίλες εὐκαιρίες διακονίας καὶ προσφορᾶς στὸ συνάνθρωπο. Ὅλα αὐτὰ εἶναι κλήσεις τοῦ Θεοῦ. Προειδοποιήσεις ὅτι ὁ πανάγαθος Θεὸς περιμένει κι ἐμᾶς στὸ οὐράνιο Δεῖπνο. Μήπως ὅμως κι ἐμεῖς προβάλλουμε διάφορες δικαιολογίες καὶ ἀπορρίπτουμε αὐτὲς τὶς κλήσεις; Μήπως ἀναβάλλουμε γιὰ ἀργότερα τὴ συμμετοχὴ μας σ’ αὐτά; Ἀλίμονο! Δὲν ὑπάρχει χρόνος γιὰ ἀναβολή! Τώρα εἶναι ἡ εὐκαιρία! Ἄλλωστε δὲν μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε τὸ μέλλον. Δὲν ξέρουμε τί μᾶς περιμένει αὔριο, οὔτε κἂν τὴν ἑπόμενη στιγμή. Δὲν εἴμαστε βέβαιοι ὅτι θὰ ἔχουμε πάντα στὴ διάθεσή μας τὶς εὐκαιρίες ποὺ ἔχουμε τώρα. Οἱ δουλειὲς καὶ οἱ δικαιολογίες δὲν τελειώνουν ποτέ. Τὸ Δεῖπνο δὲν ἀναβάλλεται. Ἀπόδειξη τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ὁ κύριος τῆς Παραβολῆς δὲν τὸ ἀνέβαλε, ἀλλὰ ἀναζήτησε ἄλλους συνδαιτυμόνες.

2. Ἡ μεγάλη ἔκπληξη
Ἔστειλε λοιπὸν τὸν δοῦλο του νὰ περιδιαβεῖ τὴν πόλη καὶ ν’ ἀναζητήσει στὶς πλατεῖες καὶ τὰ στενὰ σοκάκια τοὺς φτωχούς, τοὺς ἀναπήρους, καὶ κουτσοὺς καὶ τυφλούς, καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸ σπίτι. Καὶ πράγματι βρῆκε πολλούς. Εἶδε ὅμως ὁ δοῦλος ὅτι ὑπῆρχαν ἀκόμη κενὲς θέσεις καὶ τὸ εἶπε στὸν κύριό του: Κύριε, «ἔτι τόπος ἐστί». Τότε ὁ κύριος ἔδωσε νέα ἐντολή:
–Πήγαινε ­ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στοὺς δρόμους καὶ στὰ χωράφια καὶ βρὲς ὅσους θέλουν νὰ ἔρθουν. Ἀκόμη κι ἂν διστάζουν, ἐσὺ νὰ τοὺς παροτρύνεις ἔντονα νὰ ἔρθουν, «ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκός μου»· τὸ σπίτι πρέπει νὰ γεμίσει, κι ὅλοι ὅσοι τὸ ἐπιθυμοῦν νὰ γευθοῦν τὰ πλούσια ἀγαθά μου. Ὅσο γιὰ κείνους ποὺ κλήθηκαν πρῶτοι ἀλλὰ ἀπέρριψαν τὴν τιμητικὴ πρόσκληση, σᾶς βεβαιώνω ὅτι ποτὲ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ γευθοῦν τὸ δεῖπνο μου. Διότι πολλοὶ εἶναι οἱ κλητοί, λίγοι ὅμως οἱ ἐκλεκτοί.
Ἔτσι τὸ σπίτι γέμισε. Τὸ ἀξιοσημείωτο ὅ­μως εἶναι μὲ ποιοὺς γέμισε. Ὄχι μὲ τοὺς Ἑ­βραίους, ποὺ τιμητικὰ εἶχαν λάβει πρῶτοι τὴν πρόσκληση. Ἀλλὰ μὲ αὐτοὺς ποὺ πρὶν ἦταν εἰδωλολάτρες. Μὲ ἀνθρώπους περιφρονημένους στὰ μάτια τῶν Ἑβραίων. Μὲ ὅλους δηλαδὴ τοὺς Χριστιανούς. Συνεπῶς, κανεὶς δὲν ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ οὐράνιο Δεῖ­πνο. Κάθε ἄνθρωπος, ὅποιο δρόμο κι ἂν ἔχει ἀκολουθήσει, ἔχει τὴν εὐκαιρία νὰ μετανοήσει. Στὸ Δεῖπνο τοῦ οὐρανοῦ «ἔτι τόπος ἐστί».

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐπαναπαύεται ὅτι ἔχει θέση ποὺ τοῦ ἀνήκει δικαιωματικά. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέμε ὅτι πιστεύουμε στὸ Θεό. Τὸ ζητούμενο εἶναι νὰ ἀκολουθήσουμε τὴ συγκεκριμένη κλήση τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἡ κλήση γιὰ μετάνοια ἀφορᾶ σὲ ὅλους μας. Κι εἶναι ἡ μόνη προϋπόθεση γιὰ νὰ βροῦμε κι ἐμεῖς μιὰ θέση στὸ οὐράνιο Δεῖπνο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: